τρομπάρω

τρομπάρω
μετ. качать насосом

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τρομπάρω" в других словарях:

  • τρομπάρω — και τρουμπάρω Ν 1. αντλώ με τρόμπα 2. μτφ. αυνανίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. trombare «αντλώ, μεταγγίζω»] …   Dictionary of Greek

  • τρομπάρω — τρομπάρισα, τρομπαρίστηκα, τρομπαρισμένος, και τρουμπάρω (λ. ιταλ.), αντλώ με τρόμπα:Τρομπάρει νερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πουμώνω — και πουμπώνω Ν φλομώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ιταλ. pompare «τρομπάρω σε σβήσιμο πυρκαγιάς, καταπνίγω»] …   Dictionary of Greek

  • τρομπάρισμα — και τρουμπάρισμα, το, Ν άντληση με τη χρήση τρόμπας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρομπάρω / τρουμπάρω + κατάλ. ισμα (< ρ. σε ίζω), πρβλ. φρενάρω: φρενάρισμα] …   Dictionary of Greek

  • τρουμπάρω — Ν βλ. τρομπάρω …   Dictionary of Greek

  • τρουμπάρω — βλ. τρομπάρω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»